Sunday, November 30, 2003


by Kostas Karyotakis

Death—the daws that thump
against the black tiles and walls,
death, the women who are loved
while peeling onions.

Death—the sordid insignificant streets
with their grandiose names,
the olive grove, around it the sea, and even
the sun, death amongst all the deaths.

Death—the policeman who wraps up
an “insufficient” portion to weight it,
death, the sumbul on the balcony,
and the teacher with the newspaper.

Preveza—base, garrison, fortress.
On Sunday, we’ll hear the band.
I got a savings book from the bank,
inaugural deposit—thirty drachmas.

Dawdling along the port
“Do I exist?” you say. “No, you don’t!”
The ship arrives. Flag raised.
Maybe Mr Prefect is coming.

If just one man amongst all these men
died of disgust—
quietly, sadly, modestly,
we could, at least, revel in his funeral.

My translation c. 27/11/03


θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

For my brother.

by Kostas Karyotakis

You’re a man. But I’m always the same—
the years that passed have left me
freakish, an aged kid.
And I don’t want anything anymore, brother,
the dreams I held in my hands became rust,
so I gave them away, rose petals, to the wind.
When will you be able to forget
the daily concerns that have won you over,
so you can come from over there, slip your arm
around me and, crouched here
listen to all the passions that defeated
the one you love?
Good man, I’d speak to you softly
I’d tell you how they hated me,
how I walked the streets wrecked,
persecuted by everyone, every day,
not knowing from which places I was coming
not knowing to which places I was going.
And because I worship you brother,
if I beheld you, gazed into your weeping eyes,
I’d forget the afflictions of the world
and I’d look far away to the West,
where the clouds turn a muted gold,
enchanted as they kiss the cypress,
for a small sun-bathed city
for a large house where our earliest years
rolled by, and our games of marbles,
for the joys that still keep me
suppliant; I would tell you—but everything’s gone—
about the times that will never come again.

My translation c. 27/11/03

Του αδελφού μου

Είσαι άντρας. Όμως ο ίδιος πάντα μένω
τα χρόνια που περάσανε με αφήσαν
παράξενο παιδάκι γερασμένο.
και δεν ποθώ πια τίποτε, αδελφέ μου
τα ονείρατα στα χέρια που εσκορίσαν
και τα ΄δωκα, ροδόφυλλα, του ανέμου.
Ω, πότε θα μπορέσεις να ξεχάσεις
τις έγνοιες της ζωής που σ΄ εκερδίσαν,
να ΄ρθεις από κει πέρα, να περάσεις
τριγύρω μου το χέρι και σκυμένος
ν΄ακούσεις όσα πάθη εγονατίσαν
αυτόν που τόσο σου ΄ναι αγαπημένος;
Καλέ μου, σιγανά θα σου μιλούσα,
θα σου ΄λεγα πως όλοι μ΄εμισήσαν,
πως ρεύοντας το δρόμο μου έτραβούσα,
διωγμένος κάθε μέρα απ΄τους ανθρώπους,
μην ξέροντας ποιοί τόποι μ΄εκτρατήσαν,
μην ξέροντας σε ποιούς πηγαίνω τόπους.
Κι ως είσαι ο λατρεμένος αδελφός μου,
τα μάτια σου κοιτώντας που εδακρύσαν,
θα ξεχνούσα τα βάσανα του κόσμου,
και βλέποντας μακριά, κατά τη δύση,
τα συννεφάκια που θαμπά εχρυσίσαν
φιλώντας ιλαρά το κυπαρίσσι,
για μια μικρήν ηλιολουσμένη πόλη,
για ένα μεγάλο σπίτι που εκυλήσαν
τα πρώτα πρώτα χρόνια μας και οι βόλοι,
για τις χαρές που ακόμα με κρατούνε
ικέτη, θε να σου ‘λεγα, μα εσβήσαν,
για τους καιρούς που δε θα ξαναρθούνε...

Κώστας Καρυωτάκης

Working on translatons of Kostas Karyotakis poems.

Ideal Suicides

by Kostas Karyotakis

They turn the key in the door, take out
the old letters they’ve kept there,
read them silently, and later drag
their steps one last time.

They say their life was a tragedy—
my God, the ghoulish laughter of man,
the tears, the sweat, the sky’s
nostalgia, the desolation of the land.

They stand at the window, and contemplate
the trees, the children, nature in the distance,
the hammering marble workers,
the sun that forever wants to set.

Everything is over. The note
is short, simple, profound—fitting the occasion,
indifferent, and forgiving
of whoever will read it and cry.

They stare at the mirror, they stare at the time,
ask if it’s madness or mistake,
and whisper, “I’m through, now”,
deep down certain they’ll postpone.

Ιδανικοί Αυτόχειρες.

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέπτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα η λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως Θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.

Κώστας Καρυωτάκης

Just read about an Auckland University study that traces the English language back to Turkish farmers.

"For almost two centuries linguists and archaeologists debated two theories on the origins of the language family whose members ranged from Greek and Hindi to German and English.

It was thought the language was either spread by rampaging Kurgan horsemen who swept down on Europe and the Near East from the steppes of Russia 6,000 years ago, or by farmers from Anatolia (modern day Turkey) who had tilled their way westwards several millennia earlier."

Associate Professor Russell Gray and PhD student Quentin Atkinson believe that the latter version is true. They used "computational methods derived from evolutionary biology to study the problem for the past five years."

Indo-European languages appear to have "expanded with the spread of agriculture from Anatolia 7,800 to 9,800 years ago".

The pair analysed thousands of words from 87 languages (past and present).
A beginning.